15.1.18

χειμερινον

Η ζωη της μικρή
Μιας μέρας δρομος
Ψηφίδες υδρατμών και έρωτα
Το βράδυ πάγωσε
Το πρωί είχε λιώσει

Από πολύ κοντά κοιτάζοντας είχε ένα νόημα ποιητικό
Στο μακρύ βλέμμα απλώς άσπρο χιόνι έμοιαζε σε λευκό  ακέραιο
Για άλλη εποχή

Αν είχε άρωμα το πήρε το άνθος του γυαλού
Αν είχε ήχο  η γριά σημύδα
Αν αύριο το ανελέητο τώρα

Κι έγινε για τα μελλούμενα η ύπαρξη της ένας μύθος
Να κατευνάζει τον  τρόμο του σκότους
Και το αναίτιο της ομορφιάς

Γεωργία Δεληγιαννοπουλου



30.12.17

Γιάννη Χάρη, Η δεύτερη εξορία της Αγγελας Κοκολα


δεύτερη εξορία της Αγγέλας Κοκκόλα

(Εφημερίδα των συντακτών 29 Δεκ. 2017)



«Στα κρυφά επικοινωνούσαμε μαζί σου στη δικτατορία, Αγγέλα· στα κρυφά σε αποχαιρετούμε και σήμερα», ακούστηκε μια φωνή πάνω απ’ τον ανοιχτό τάφο.


Ήταν μια κηδεία σωστό θρίλερ. Που πρέπει να καταγραφεί, έστω στις πιο αδρές γραμμές του, ελάχιστη οφειλή στη μνήμη της.


Μιλώ για την κηδεία της Αγγέλας Κοκκόλα, που έγινε στα κρυφά, και μόνο με μυθιστορηματικό τρόπο κατόρθωσαν να την αποχαιρετήσουν συγγενείς, φίλοι και συνεργάτες.


Η Αγγέλα Κοκκόλα, ιδιαιτέρα του Αντρέα Παπανδρέου από το 1964, «δανεική» έπειτα στον πατέρα, τον Γεώργιο Παπανδρέου (αυτή δακτυλογραφεί τις περίφημες επιστολές προς τον βασιλιά το ’65), τον Γενάρη του ’68 ακολουθεί τον Αντρέα στο εξωτερικό, τον επόμενο μήνα στέλνει απ’ το Παρίσι την ιδρυτική διακήρυξη του ΠΑΚ στο BBC με εντολή του Αντρέα (που όταν φεύγει πλέον για τον Καναδά τη χρίζει «Υπεύθυνη του ΠΑΚ στην Ευρώπη»), μαζί με τον Αντρέα γυρίζει στην Ελλάδα το ’74, στο ίδιο αεροπλάνο αλλά λαθραία, αφού της είχε αφαιρεθεί στο μεταξύ η ιθαγένεια και μαζί το διαβατήριο. Ιδρυτικό στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, διαγράφεται το ’75, επανέρχεται το ’79, ιδιαιτέρα πάντα του Αντρέα, διευθύντρια του ιδιαίτερου γραφείου του επί πρωθυπουργίας του, ευρωβουλεύτρια στο τέλος.


Όμως το τέλος μιας ζωής γεμάτης δραστηριότητα και πρωτοβουλίες, στο κέντρο της πολιτικής ζωής της χώρας, σε εποχές μάλιστα κρίσιμες, είχε αρχίσει να γράφεται εδώ και μερικά χρόνια, όταν έχασε σχεδόν ολότελα το φως της, και παραταύτα δεν εννοούσε να σταματήσει να πηγαίνει στο θέατρο, ακόμα και να βγαίνει για ψώνια μόνη της, με τον καιρό ωστόσο όλο και περισσότερο ανήμπορη, καθώς σιγά σιγά αποσυρόταν σε κόσμους άλλους, αυστηρά ιδιωτικούς, φτιαγμένους με ψηφίδες από τα παλιά κι από τα τωρινά, όπου κανένας δεν μπορούσε πια να την ακολουθήσει. Ούτε η αγαπημένη της ξαδέρφη Σοφία που την παράστεκε ώς το τέλος, ούτε ο πιστός φίλος της Χριστόφορος, ή η στενή συνεργάτριά της η Έφη, ούτε ο Νίκος, ο κάποτε προσωπικός της αστυνομικός και πάντα αφοσιωμένος φίλος, ή ο αγαπημένος βαφτισιμιός, και κάποιοι ακόμα φίλοι ή συγγενείς.


Το οριστικό τέλος, σκληρά μοναχικό, με την Αγγέλα που έσβησε μέσα στον απροσπέλαστο δικό της κόσμο, ήρθε στις 16 Δεκεμβρίου. Και επιχειρήθηκε να γίνει ακόμα πιο μοναχικό: η Αγγέλα μακριά και από τον παλιό της κόσμο, μακριά ακόμα και από στενούς συγγενείς, στενότατους φίλους και συνεργάτες μιας ολόκληρης ζωής: Ο αδερφός που εμφανίστηκε επέμεινε να την κηδέψει μόνος του, με τη γυναίκα του και την κόρη του, «εν στενοτάτω κύκλω» (όπως ανακοίνωσε στην Καθημερινήέπειτα από την κηδεία της).


Ένας αγωνιώδης κύκλος επαφών αρχίζει ανάμεσα σε συγγενείς και φίλους, μήπως μαθευτεί πότε θα γίνει η κηδεία, να πάνε όσοι τα καταφέρουν. Οικογενειακός τάφος υπήρχε στο Α΄ Νεκροταφείο, μαθεύτηκε όμως πως η κηδεία μπορεί να γινόταν, άγνωστο για ποιο λόγο, στου Παπάγου, η σορός πάντως μεταφέρθηκε στα ψυγεία του Α΄, μεσολαβούσε σαββατοκύριακο, άρα η κηδεία, και αφού θα ήταν «εν στενοτάτω», λογικά θα γινόταν Δευτέρα. Όμως η συστηματική παρακολούθηση του προγράμματος των κηδειών και στα δύο νεκροταφεία απέβαινε άκαρπη. Εντέλει δεν έγινε Δευτέρα η κηδεία. Τρίτη όμως πρωί πρωί μαθεύτηκε πως η σορός έφυγε από το Α΄ για του Παπάγου, όπου θα ψαλλόταν η κηδεία, όπως και έγινε, για να γυρίσει έπειτα να ταφεί στο Α΄!


Μίλησα για θρίλερ· στην ουσία πρόκειται για περιύβριση νεκρού.


Ειδοποιήθηκαν τελευταία στιγμή όσοι ήταν δυνατόν να ειδοποιηθούν, όσοι μπορούσαν έτρεξαν, και ουσιαστικά έστησαν καρτέρι, μερικοί απ’ τις 9.30, με την αγωνία κιόλας από ποια πύλη θα φέρουν τη νεκροφόρα. Τελικά συγκεντρώθηκαν γύρω στα 70 με 80 άτομα, που υποδέχτηκαν με ζωηρά χειροκροτήματα την ξανά φυγάδα Αγγέλα, έπειτα από την κωμικοτραγική περιφορά της από νεκροταφείο σε νεκροταφείο.


Στον τάφο πια δόθηκε εντολή να μπει το φέρετρο μέσα, κάποια ανιψιά φώναξε να περιμένουν να έρθουν κι οι υπόλοιποι συγγενείς, μια 90χρονη π.χ. ξαδέρφη, ο ιερέας κι οι εργάτες δεν ήξεραν τι να κάνουν, ο αγαπημένος βαφτισιμιός έπιασε να τραγουδάει αργά, σταθερά και με ωραία φωνή: «Στον άλλο κόσμο που θα πας…»


Κι η Αγγέλα μπήκε στον τάφο, άγνωστο πάντα αν έβλεπε, όπως λέμε, από ψηλά, κι αν πάλι έβλεπε αν καταλάβαινε· όμως δεν μπορεί, κάτι θα ένιωσε απ’ τη συγκίνηση όχι όσων θα ’θελαν μα όσων μπόρεσαν εντέλει να την αποχαιρετήσουν, από αυτούς που την αγάπησαν, από αυτούς που αγαπούσε.


Στο καλό, Αγγέλα! Έστω και στα κρυφά, δεν ήσουν τελείως μόνη.


Από την Εφημερίδα των Συντακτών,

22.12.17

Στέλιος Γεράνης, Αποτροπή εγκλήματος

ΑΠΟΤΡΟΠΗ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Να τη σκοτώσω; Και τι όμορφη – Θεέ μου – που είναι γυμνή –
Σαν ανατολή στο κρεβάτι μου. Όταν
Σηκώνω το μαχαίρι και πέφτει ο ήλιος
Στο μέταλλο
Εγώ ξεχνιέμαι και θαυμάζω τις λάμψεις.

(Η Νεοελληνική ερωτική ποίηση.
Τα ομορφότερα κείμενα, 
Ανθολόγηση: Ευγένιος Αρανίτσης, ΙΙ, 2010, σ. 330)

Από τον Θανάση Μαρκόπουλο στο φβ

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Κι έπινα μέσα απ’ τα μάτια σου

Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
Κι ήταν άσπρο το κρεβάτι,
Κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε
Το γλυκό σου μάτι,
Και τα χέρια σου πλεκόντουσαν
Στο κορμί μου γύρω γύρω,
Κι έπινα μέσα απ’ τα χείλια σου,
Γλυκιάν άχνα σαν το μύρο,
Και σταλάζανε απ’ τα χείλια σου
Γλυκά λόγια σαν τα μύρα,
Και ήταν άσπρό το κρεβάτι μας
Κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα…
Έτσι αγάπη μου σε χόρτασα
Κι έτσι αγάπη μου σε ήπια
Μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα
Στ’ άνομα καρδιοχτύπια
Κι απ΄ το μέλι ποθοπλάνταζε
Το κορμί σου και το μάτι
Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι
Κι ήταν άσπρο το κρεβάτι

20.12.17

Μαρία Κουλούρη, Μετά το τέλος



Δεν αντιλαμβάνεται το δικαίωμα της κίνησης
Το σώμα νεκρό αλλάζει
Κι όποιος νομιμοποιείται να μιλήσει
Αναρωτιέται για την ύπαρξη της γλώσσας
Αλλά ποιος ενδιαφέρεται ακόμα
Το θέμα παραμένει στην αντίληψη
Τι σημαίνουν δύο πόδια στο κενό


το ποίημα δημοσιεύεται στο περιοδικό Παρέμβαση, 
συμμετοχή της Μαρίας Κουλούρη στην ανθολόγηση σύγχρονων ποιητριών, που επιμελήθηκε ο ποιητής Κώστας Θ. Ριζάκης

ο τραγουδιστής και ο προφήτης

Εμβληματικός στίχος, συμβολικός και λαϊκός μαζί - όπως κάθε τι γνήσια λαϊκό στην τέχνη - σκοτεινός και ολοκάθαρος ταυτόχρονα... Τραγουδήθηκε πολύ, αγαπήθηκε το τραγούδι, δεν ξέρω βέβαια κατά πόσον κατανοήθηκε. Εδώ και στις δύο ερμηνείες. Αυτή του Ρασούλη, η "σκοτεινή", φανερώνει τα πολλαπλά στρώματα της ανάγνωσης. Η άλλη του Παπάζογλου, η "φωτεινή", κρύβει και συσκοτίζει το λόγο, αναδεικνύει όμως την καθολικότητά του. Η μουσική του Ξυδάκη δισυπόστατη κι αυτή...
Ένα μικρό αριστούργημα...
Γ. Δ.

Στη  ρωγμή του χρόνου
Νικος Ξυδάκης, Μανώλης Ρασούλης

Εδώ στη ρωγμή του χρόνου
Κρύβομαι για να γλιτώσω,
απ’ του Ηρώδη το μαχαίρι
Μισολειωμένος στη Χιροσίμα σου
Κάτι προγόνων ξύδι και χολή
σ’ αυτήν την άδεια πόλη

Εδώ στη ρωγμή του χρόνου
Θάβομαι για να μεστώσω
μες του Διογένη το πιθάρι
Στον όγδοο μήνα της, είναι η ελπίδα μου
Σχεδόν το βρέφος γύρω περπατά
καθώς εσύ κουρνιάζεις

Εδώ στη γιορτή του πόνου
Ντύνομαι να μην κρυώνω
του Ουλιάνωφ το μειδίαμα
Σαντάλια του Χριστού, φορώ στα πόδια μου
Πραίτορες, βράχοι πάνω μου σωρό
μα `γω θα αναστηθώ


19.12.17

Νικος Ερηνάκης,

Η στιγμή είναι ερωτική

Δεν μπορώ να γράψω
Περιμένω να ξεχάσω
Δεν κάνω τίποτα
Η στιγμή είναι ερωτική
Βραχνή μουσική
Είσαι μαζί του
Κι όλα είναι με το μέρος του
Θέλεις περισσότερο εμένα
Αλλά με φοβάσαι
Φοβάσαι πως δεν θα είμαι εδώ
Δεν έχω εγώ
Κι έχεις δίκιο
Αλλά πλησίασε
Θα χαθούμε
Για να βρεθούμε
Και να ξαναχαθούμε
Ένα φιλί μου
Να κουβαλάς
Και μη το δίνεις σε κανέναν
Να με σκέφτεσαι
Δεν θα είμαι εκεί 
Δεν θα υπάρχω

Αλλά η ανάσα μου θα ταξιδεύει στον άνεμο ακόμα
Και θα σε βρίσκει


17.12.17

Χριστόφορος Λιοντάκης, Ο Μεγάλος Δρομος, απόσπασμα



ΕΚΕΙΝΗ ΚΙ ΕΓΩ

  Άγουρο ξύπνημα με τη γεύση ενός ονείρου που έμελλε να συνεχιστεί. Δεν ήθελα να πιω φασκόμηλο. Η γιαγιά δεν γκρίνιαξε. Να ντυθώ μόνο καλά, γιατί το πρωινό αγιάζι περονιάζει. Ξεκινήσαμε, και με γρήγορο βηματισμό διασχίσαμε το χωριό και βρεθήκαμε στο θαμνοσκεπές τοπίο, ελαιώνες και αμπέλια που βλάσταιναν δειλά. Η πάχνη πάνω στα φυτά, στις πέτρες και στο χώμα μούσκευε τα παπούτσια μας. Να μην πατάς στα νερά. Τα νερά που ανάβλυζαν μέσα απ’ το χώμα και  τις βραγιές, που σχημάτιζαν ποταμούς, παραπόταμους, ακρωτήρια, χερσονήσους, νερόλακκους. Που κάλυπταν τις πέτρες και τη χλόη, υποχωρούσαν, έστριβαν, περνούσαν σύρριζα  από το πρώτο ανθισμένο, άλλου πεντακάθαρα κι αλλού θολά από τις πατημασιές των ζώων που είχαν περάσει. Που παρέσερναν ζουζούνια, μέλισσες και ξύλα, και καθρέφτιζαν την ευφροσύνη του τοπίου.
  Τώρα ο ήλιος ψηλώνει. Άφηνε ωστόσο να φαίνεται ένα μικρό φεγγαράκι, χνούδι στην άκρη του ουρανού. Τα δυο γεφυράκια που περάσαμε έμοιαζαν ιπτάμενα στο πράσινο. Να μην πάμε από τη γέφυρα του ποταμού. Πέφτει μακριά, καλύτερα από το κάτω πέρασμα. Θα πατάμε στις πέτρες. Οι πέτρες λάμπανε  μέσα στο νερό. Έξω, θαμπές απ’ το αγιάζι. Και περάσαμε με τον ρυθμό που μας υπαγόρευαν οι ποταμίδες και τα αηδόνια. Και προχώρησα τρέχοντας. Κι όλο κοίταζα πίσω και σταματούσα για να με προφτάσει.
  Ο φράχτης χωρίς ηλικία και κλειδί. Εκείνη έλυσε το σκοινάκι να πόρτας και μπήκαμε στο περιβόλι. Μην κυλιστείς αμέσως στο χορτάρι. Περίμενε να στεγνώσει. Οι βιόλες ανθούσανε, γιαγιά, και οι αγριοτριανταφυλλιές. Γιατί αργούν τα εκατοντάφυλλα; Έτσι πρέπει. Για να έχουμε για πολύ καιρό ρόδα. Ένα μέρος του περιβολιού βαθύ καφέ, παραφωνία στο πράσινο. Ο πατέρας το προόριζε για τα καλοκαιρινά λαχανικά. Το όργωσε, το έσκαψε, ξανά και ξανά. Πάνω του περίεργα σημάδια, ιερογλυφικά, που άφησαν μικρά άγρια ζώα από τα νυχτερινά παιχνίδια τους.
  Θα σκαλίσω τος πρασιές και θα βγάλω τα αγριόχορτα από τις φακές και το λινάρι. Τη βάραινε μια θλίψη που δεν έλεγε να πάρει όνομα. Την είχα συνέχεια από κοντά. Κάθε τόσο απομακρυνόμουν να κόψω τσάγαλα, να μετρήσω τος χελώνες που έβγαιναν στον ήλιο  κάτω στο ποτάμι. Ξαναγύριζα κοντά της. Πότε θα ανάψουμε τα καντίλια, γιαγιά; Ξανάφευγα. Ακολουθώντας τις στρατιές των μυρμηγκιών έφτασα στο σύνορο του διπλανού περιβολιού, όπου έκαιγαν κλαδιά ελιάς και ποκροδαφνης. Ήταν πνιγμένο στον καπνό, που τον διαπερνούσε ο ήλιος και ευώδιαζε το καμένο. Ένα πουλαρι δρασκέλισε το σύνορο. Ήρθε κοντά μου. Κρεμάστηκα στον λαιμό του. Έγειρα και έπεσα στα χαμομήλια. Έσκυψε  και μου έγλειψε τα μάγουλα, τα χέρια καθ τα πόδια. Ίδρωσα κι έτρεξα να ξαπλώσω κατω απ’ τη χαρουπιά, με τον ελαφρό της ίσκιο. Τα κλαδιά της έγερναν στον γκρεμνό  προς το ποτάμι, από όπου έφταναν φωνές που δεν τις ειχα ξανακούσει. Την είδα να κάνει τον σταυρό της, αγγίζοντας τις  άκρες των δαχτύλων της στο χώμα, να ξορκίζει το πένθος μέσα σε μια αχλυ μετάνοιας. Το γήρας που χώνευε μέσα στο ανθισμένο. Μια μέλισσα είχε καθίσει στο μαύρο μαντίλι της. Εκείνη δεν την έβλεπε. Εγω για πρώτη φορά έβλεπα κόσμημα πάνω της. Δεν μιλούσε πολύ.
  Ξεμάκρυνα πίσω από το χέρσο, στο σκοτεινό χαντάκι με το στεκόμενο νερό. Σαν κάτι να με τραβούσε, κι έσκυβα διαρκώς στη μοναξιά του υδρόβιου λειμώνα. Με σήκωσε η φωνή της. Έδενε σφιχτά το μαντίλι, μάλλον τέλειωσε. Πότε χέρι χέρι, πότε λίγα βήματα μπροστά, πότε πετώντας το σοκάκι στον αέρα, φτάσαμε στο ξωκλήσι κάτω απ’ το λόφο. Μισάνοιχτη πόρτα. Τη σπρώχνω και τρίζει. Υγρασία από τις πλάκες ως την οροφή. Το βορινό παραθυράκι στη δυσμένεια των ανέμων. Με σηκώνει να προσκυνήσω. Σταυροκοπιέται ετοιμάζοντας τα καντήλια. Τα σπίρτα μουλιασμένα, δεν ανάβουν. Τα καταφέρνει. Το φως των καντηλιών και το θυμίαμα θαμπώνουν τις μορφές των εικόνων. Γονατίζει. Μου δίνει ένα μάτσο μυρτιές να σκουπίσω το Ιερό Βήμα. Εκεί δεν μπαίνουν γυναίκες. Από κει την έβλεπα σε μια γωνία, ακουμπισμένο στον τοίχο. Έμοιαζε να έχει δραπετεύσει από το τέμπλο. Βγήκαμε. Καθίσαμε στο πεζούλι, δίπλα σ’ ένα ιωνικό κυονόκρανο, ασβεστωμένο. Πνιγμένοι στις μυρτιές, στα κυπαρίσσια, στις δάφνες, στις λυγαριές, στη ρίγανη και το θυμάρι, κοιταζόμαστε. Έβγαλε το μαντίλι της και σιγοψυθίρισε:

Χαρά στη μοίρα σας, βουνά, 
που Χάρο δε φοβάστε,
μόν’ περιμένετε άνοιξη
να πρασινολογάτε.

  Ο σκαμμένος χείμαρρος στο πρόσωπό της γέμισε θολά νερά. Έπεσα στην αγκαλιά της. Δεν ξέρω τι μοσχοβολούσε περισσότερο.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ, αφηγήματα
εκδόσεις Γαβριηλιδης (2017) 

14.12.17

Λιανα Ανδρεοπούλη, Αμίλητη στέκει

Αμίλητη στέκει
η αγάπη
σήμερο δεν μιλεί
δεν τραγουδεί
μουδέ χορεύγει
Κρατεί θαρρείς
ως και την αναπνιά της
Ομπρός της έχει το σπαθί
οπίσω την καρδιά της
και στέκει πενταμόναχη
Ως θυμιατό στενάζει
Για τις ψυχές που χάθηκαν
Και μπλιο δεν καρτερούνε
Μήτε σκοταδι μήτε φως
Να τις συναπαντήσει
Όποιος τη δει την αρωτά
Τίνος καημό γιορτάζει
Ποιος είναι απού χάθηκε
Ποιον είναι που κυττάζει
Μακρυά ξανοίγει ολάνοιχτη
γδυμνή ως εγεννήθη
Μα δε γροικά δεν απαντά
Όποιος κι αν της σιμώνει
Μα μένα μου ψιθύρισε
-Μείνε σιμά αφουγγράσου
Εγώ μόνη γεννήθηκα
Μα δεν αναγυρίζω
Μον'  προπατώ στ'  απάτητα
Και τσι καρδιές μυρίζω
Να βρω τη μια
Την έρημη
Που θέλει ν’ ανατείλει
Σαν του θανάτου την αυγή
Που έφτασε στο δείλι
Κείτεται χρόνους και καιρούς
εμένα η κυρά μου
Μήτε ποθαίνει μήτε ζει
Μουδέ κι αναντρανίζει
όρκο βαρύ της ήδωκα
μονάχη να μη μείνει
ώσπου να βρει αναπαμό
Που θα μ'  ελευθερώσει

ανέκδοτο ποίημα



Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...