15.9.17

θεωρία και πράξη

Αίμα τα λόγια 
Πώς να σβηστούν 
Κι οι χειρονομίες αφήνουν ουλές 
Τρίμματα γομολάστιχας κι ας γίνουν τα καθέκαστα 
Η Αλκυόνα πέθανε η Αλκυόνα πάει 
Το πεινασμένο  σκότος που μας κυνηγά δε θα λουφάξει 
Οσφραίνεται θυμό και μίση 
Χαίνουσες πληγές  
Δεν μας αγκάλιασε ο καιρός ποιος ξέρει
Η εμείς  δεν του ανοίξαμε αγκαλιά 
Η Αλκυόνα πέθανε η Αλκυόνα πάει 
Με τα δικά μας χέρια εννοώ όχι των άλλων 

Μονιάζουμε, αγάπη μου, μόνοι εντέλει 
Σε ασυγχώρητο λυκόφως 
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

12.9.17

Οι κατά Φ. Νίτσε τρεις μεταμορφώσεις του Πνεύματος

Θα σας μιλήσω για τις τρεις μεταμορφώσεις του Πνεύματος.

- Πως το πνεύμα γίνεται καμήλα, και λιοντάρι η καμήλα, και παιδί, και τελικά το λιοντάρι.

Πολύ φορτίο σηκώνει το πνεύμα, το δυνατό, το υπομονετικό πνεύμα ,που το κατοικεί ο σεβασμός.

Το βαρύ, το πιο βαρύ φορτίο απαιτεί η δύναμη του.

Τι είναι πιο βαρύ;

Έτσι ρωτά το υπομονετικό πνεύμα, έτσι γονατίζει, της καμήλας όμοιο και θέλει να φορτωθεί καλά.

Τι είναι το πιο βαρύ, ώ ήρωες;

Έτσι ρωτά το υπομονετικό πνεύμα,- να το πάρω μαζί μου και να χαρεί η δύναμη μου.

-Μέσα στην ερημικότερη έρημο συμβαίνει η δεύτερη μεταμόρφωση.

Το πνεύμα γίνεται λιοντάρι εδώ.

Θέλει να κατακτήσει την ελευθέρια του και να γίνει κύριος στην δική του έρημο..

Εδώ ζητά τον τελευταίο του κύριο.

Θέλει να γίνει εχθρός του κι εχθρός του τελευταίου Θεού του, και θέλει να διεκδικήσει την νίκη του από τον δράκο.

Ποιος είναι ο πιο μεγάλος δράκος, που το πνεύμα δεν θέλει να τον ονομάζει κύριο του και θεό του.

«Οφείλεις» λέγεται ο μεγάλος δράκος.

Μα το πνεύμα του λιονταριού λέει… ‘θέλω’.

- Μα πείτε μου αδελφοί μου, τι μπορεί να κάνει ακόμα το παιδί, που ούτε και το λιοντάρι ακόμα δεν μπορεί να κάνει;

Για ποιον λόγο το αρπακτικό λιοντάρι πρέπει να γίνει και παιδί ακόμα;

Το παιδί ‘ναι αθωότητα και ξεχασιά, ένα ξαναρχίνισμα, ένα παιγνίδι, μια ρόδα που γυρίζει, μια πρώτη κίνηση, μια Άγια Κατάφαση.

Ναι, στο παιγνίδι της δημιουργίας, αδελφοί μου, χρειάζεται μια Άγια κατάφαση.

Την δική του θέληση θέλει τώρα το πνεύμα.

Τον δικό του κόσμο κερδίζει αυτός που τον κόσμο έχασε.

Σας μίλησα για τις τρεις μεταμορφώσεις του Πνεύματος.

Πως το πνεύμα έγινε καμήλα και σε λιοντάρι η καμήλα και σε παιδί στο τέλος λιοντάρι.

Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα.


από το "Τάδε έφη Ζαρατούστρα"
μετάφραση: Άρης Δικταίος
εκδόσεις Δωδώνη

5.9.17

Ο ΔΙΕΝΗΣ: έτερα κυπριακή παραλλαγή

Ο ΔΙΕΝΗΣ
Πάνω 'ς βουνίν, κατώ 'ς βουνίν, κάτω δευτερογούνιν,
τζει πάνω ήτουν άρκοντες τραπεζοκαθισμένοι.
Χάροντας μαύρα φόρησεν, μαύρα καβαλλιτζεύκει,
μαύρον σπαθίν εζώστηκεν, στους άρκοντες τζιαί πάει.
Από τον δουν οι άρκοντες επροσηκώθηκάν του·
- Καλώς ήρτεν ο Χάροντας να φα' να πκη μιτά μας,
να φάη άγρη του λαού, να φα' οφτόν περτίτζιν,
να πκη γλυκόποτο κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι.
Τζιαί πολοάτ' ο Χάροντας τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
- Έν ήρτα γιώ ο Χάροντας να φα', να πκιώ μιτά σας,
να φάω άγρη του λαού, να φα' οφτόν περτίτζιν,
να πκιώ γλυκόποτον κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
παρά 'ρτα γιώ ο Χάροντας τον κάλλιον σας να πάρω.
Τζιαί πολοούντ' οι άρκοντες του Χάροντα τζιαί λέουν·
- Παρακαλούμεν Χάροντα πκοιός ένι ο καλός μας;
Τζιαί πολοάτ' ο Χόροντας τους άρκοντες τζιαί λέει:
- 'Εναν κοντόν κοντούλλικον τζιαί χαμηλοβρακάτον,
κάτω η σέλλα χώννει τον, πάνω ξηκουρτουλλά τον,
ένι τζ' αναρκοδόντικον τζιαί μαυρομουστακάτον.
Απού τ' ακούει Διενής επροσηκώθηκέν του.
- Ά! Θκεός σ' αφίννω Χάροντα, να πάμε στην παλλιώστραν,
αν με νιτζιήσης, Χάροντα να πάρεις την ψυσιήν μου.
Σιερκές-σιερκές επκιάσασιν τζιαί πάσιν στην παλλιώστραν.
Τζιαί τζείνοι επαλλιώννασιν τρία ημερονύχτιά.
Τζεί πο' πκιάννεν ο Διενής τα κόκκαλα ελιούσαν,
τζεί πο' πκιάννεν ο Χάροντας τα γαίματα πιτούσαν.
Τζεί πο' νωσεν ο Χάροντας ο Διενής νικά τον,
επολοήθην τζιαί λαλεί τζιαί λέει τζιαί λαλεί του·
-Τζιαί χάμνα-χάμνα, Διενή, για να ξαναπκιαστούμεν.
Γρουσός ατός εγίνητζεν στους ουρανούς εξέην.
- Δοξάζω σε καλέ Θεέ, που 'σαι στα ψιλωμένα,
την δύναμιν που έδωκες τζ' ενίτζησέν μ' εμέναν.
Γρουσός ατός εγίνητζεν πάνω στην τζεφαλήν του,
τζ' έσγαφφεν με τα νύσια του να βκάλη την ψυσιήν του.
Τζιαί πολοάται ο Διενής του Χάροντα τζιαί λέει:
- Κατέβα που την τζεφαλήν τζιαί πκιάσ' με που το σσέριν
τζιαί δείξε μου την τέντα σου να πά' να μπούμεν μέσα.
Τζιαί πολοάται ο Χάροντας του Διενή τζιαί λέει:
- Όταν την δης την τέντα μου να κουτσαροθυμήσης,
αππέξω τέντα πράσινη, αππέσσω τέντα μαύρη,
τζι' αππέσσω τα τεντόξυλα ένι ματζελλωμένα.
Ο Διενής ψυχομασσιεί τζιαί τρέμει το παλάτιν,
χαρκωματένον πάπλωμαν τζιαί προύντζενον κρεβάττιν.
Αππεξωθκιόν εστέκασιν τρακόσσιοι δκυό νομάτοι,
τζι' ακόμα εφοούντον τον, να παν' να μπούσιν έσσω.
Ένας που τους παρκατώττερους, τέλεια που τους παρκάτους,
άνοιξεν τζ' ενέηκεν τζ' έκατσεν κοντά του.
Τζι' επολοήθην ο Διενής τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
- Καλώς ήρταν οι φίλοι μας να φαν' να πκιούν μιτά μου
να φάσιν άγρη του λαού, να φαν' οφτόν περτίτζιν,
να πκιούν γλυκόποτον κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
τζ' απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι.
Τζιαί πολοούντ' οι φίλοι του τζιαί λέουν τζιαί λαλούν του:
- Εν ήρτασιν οι φίλοι σου να φαν' να πκιούν μιτά σου,
να φάσιν άγρη του λαού, να φαν' οφτόν περτίτζιν,
να πκιούν γλυκόποτον κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
τζ' απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
παρά 'ρταμεν οι φίλοι σου να πης τες αντρεικές σου,
αν ίχως τζιαί πεθάνης, νά έχουμεν τες ξηές σου.
Τζι' επολοήθ' ο Διενής τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
-Κάτσετε τρώτε άρκοντες τζ' εγιώ να εξηούμαι·
Κάτω στο όρος των ορών, τον αρκοκαλαμιώναν,
φίδιν εφανερώθηκεν που μέσ' τον καλαμιώναν,
έγυρεν τζ' εσσαΐττεψεν δεκαοχτώ καμάρες,
έδειξεν τζι' εφανέρωσεν τριάντα τζεφαλάδες·
τζείνον εγιώ το έκαμα αφέλλια στο τηάνιν.
Εφτά βουρκούδκια γέμωσα ούλλον μούττες τζιαί γλώσσες,
οι μούττες εν τους δράκοντες, οι γλώσσες εν τους λιόντες.
Άησ' το που διψώ εγιώ, εδίψασεν τζ' ο μάυρος,
εις τον Αβρίτην ποταμόν Σαρατζηνός ηστέκει.
Στέκουμαι, συλλοΐζουμαι πώς να τον σσαιρετήσω·
εάν του πω, Σαρατζηνέ, εν αντροπή δική μου,
εάν του πω αφέντη μου, εν αντροπή δική του·
άτ' ας τον σσαιρετήσουμε σγιόν πρέπει, σγοιόν τερκάζει.
Γειά σου, γειά σου Σαρατζηνέ, φως τους αντρεικωμένους.
- Καλώς, ήρτεν ο Διενής, το γέλιος τους αθθρώπους.
Ο Διενής καλολοά, τζείνος ξυλιές τον λάμνει.
Τζεί 'πο 'νωσεν ο Διενής, κάτι πικρά θυμώθην.
Τζιαί σούζει το μανίτζιν τζιαί ππέφτει το ραβτάτζιν,
τρεις πιθαμάες σίερον ξύλον όσον εκράτει,
μιάν ττόππουζιά του έδωκεν τζεί πάνω πον' οι νώμοι,
τζ' εξέηκεν η ττοππουζιά, εξηνταπέντε μίλια.
Τρώαν τζ' επίνναν άρκοντες τζ' εππέσαν τα ποτήρκα.
Πολοηθήκαν άρκοντες τζιαί τζα χαμαί που ήταν:
Κάπου στραφτεί, καπού βροντά, κάπου χαλάζι ρίβκει,
κάπου ο Θεός εθέλησεν τον κόσμον να χαλάση.
Επολοήθην ο Θεός που τζεί χαμαί που ήταν.
Μήτε στραφτεί, μήτε βροντά, μήτε χαλάζι ρίβκει,
μίτε Θεός εθέλησεν τον κόσμον να χαλάση·
εν' ττοππουτζιά του Διενή τζι' εξέην τόσον κόσμον.
Τζιαί πολοΰνται άρκοντες που τζει χαμαί που ήταν:
Χαράς τον που την έδωκεν, αλλί τον που την έφαν.
Τζι' ο λόος εν επόσωσεν, μήτε η ομιλία
τζιαί νάσου τον Σαρατζινόν του κάμπου τζι' αναιφαίνει.
Τζει πάνω πον' οι νώμοι του νερόμυλοι γυρίζαν,
πάνω στην τζεφαλλούλαν του περτίτζια κακκαρίζαν
πάνω εις τες μασκάλες του σσύλλοι λαόν βουρούσαν,
πάνω εις τες ραχούλλες του ζευκάρκα αλωνεύκαν
τζεί μέσα στα ρουθούνια του, ζευκάρκα ξησταυλίζαν.


Εν Άγιω Θεόδωρω (Καρπασίας) 1 Αυγ. 1918
Αγαθάγγελος Χ'' Γεώρκι, ετών 45, γεωργός, αγράμματος
Από το βιβλίο που Ξενοφών Π. Φαρμακίδη «Κύπρια Έπη» εν Λευκωσία, 1926
Μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στο διαδύκτιο από NOCTOC, 5.09. 2017

ευχαριστώ το ιστολόγιο  NOCTOC για το δάνειο!



31.8.17

Μια μέρα που δεν προσμετρήθηκε

Ρυτίδωσε ερημιά  λίγο ρυτίδωσε
Να που ήρθε και φύσηξε επιτελους 
ρυτίδωσε
Γιατί τόσο αναίμακτη παραμένεις;

Δεν είσαι άμμος ραβδωτή 
Άνθος της ερήμου δεν
Είσαι ενα βήμα που δεν έγινε 
Μια μέρα που δεν προσμετρήθηκε στο χρόνο  είσαι

Πώς μπορείς  πες μου κι είσαι πάντα νέα;
Πώς πάντα έτσι αβάσταχτα  όμορφη;
Υποκλίνομαι στη νιότη σου ερημιά
Μα ο κόσμος γερνάει
Τον βλέπω στα πεζοδρόμια να με προσπερνά  
Προσωρινός  και κοτσονάτος
Με χαρτοφύλακες με τσάντες με δύσπνοια με ιδρώτα
Δοσμένος χωρίς όρους στο καθήκον μιας φυγής 
(Κι αυτο το λέμε επιστροφή 
Για να μαλακώνει λίγο το βαθύ κάψιμο στο στήθος)
Κι ο καθείς  φυτεύει πού και πού κι ένα λουλουδάκι μέσα στην ανάσα σου
Για να κοσμεί το άκοσμό σου  σώμα
Το μαρμαρένια σου στήθος τις ψυχρές λαγόνες 
Το χάδι αυτό του παγετού

Ρυτίδωσε ερημιά λοιπόν ρυτίδωσε
Να που ήρθε και φύσηξε επιτέλους 
Ζούμε μαζί
Ρυτίδωσε
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

Θανάσης Μαρκόπουλος



Όψεις τεφρές της ερημίας

I
Ερήμην μου ζω
Περνώ κάθε τόσο από μέσα μου
και δε γνωρίζω κανέναν
Φεύγω μια λύπη
κι ούτ’ ένα χέρι
να τσακίσει στην προκυμαία
Σ’ ένα λυγμό διπλώνω

II
Σαν τους Κορύβαντες θορυβώ
Χτυπώ τα χέρια τα στήθεια τις ώρες
τα πουλιά τις πόρτες χτυπώ
τις τιμές στα αισθήματα
Τουλάχιστον εντός μου
να έσκουζε το βρέφος

III
Σύντροφο θρέμμα της εντός ερημίας ελέησον
θα σου δίνω τη φλέβα ν’ ακονίζεις το δόντι
παγωμένο νερό στο πέτρινο χέρι
θ’ ανάβω στον ύπνο σου το πολύκαρπο κλήμα
θα σου μιλώ με σιωπές σαν εικόνα αρχαία 
Το περίστροφο της σιωπής (1996)

25.8.17

πάντοτε τώρα

Έχει άρωμα και χρώμα
Και τη νύχτα σπαρταράει
Και τη μέρα  θυμωμένα
Με αναστεναγμό γελάει
Έχει σώμα έχει στόμα
Και θυμάται σαν νερό
Και κοιμάται στον αέρα
Φως μεταναστευτικό
Μες στα ρήγματα χορεύει
Μαύρο και γυμνό χορό
Και τα βράδια μαστορεύει
Χυτοσίδηρο  καημό
Δεν θα μάθω δεν θα μάθεις
πως το λεν αυτό το αγρίμι
Τ' όνομά του ξεμακραίνει
τρέχοντας στο καλντερίμι
Δε θα μάθω δεν θα μάθεις
πώς το λεν αληθινά
το όνομά του ξεγλιστράει
μες  στη θάλασσα βαθιά

Τρέχω να το προσπεράσω
Κι όλο μένω πάντα πίσω
Φεύγω για να το ξεχάσω
Δεν μ'  αφήνει να τ' αφήσω


Ας γινόμουν η φυγή του
να ΄μουν πάντοτε μαζί του
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου















21.8.17

¨Μοιρογράφημα" του έρωτος Βελθάνδρου του Ρωμαίου

...Ιδού ένα όμορφο πετράδι της αρχαίας Νέας Ελληνικής Γλώσσας...
...πρόκειται για ένα μικρό απόσπασμα από το βυζαντινό ιπποτικό μυθιστόρημα ΒΕΛΘΑΝΔΡΟΣ KAI XΡΥΣΑΝΤΖΑ: ο  Βέλθανδρος εξυμνεί την ομορφιά της Χρυσάντζας και δικαιολογεί στον Βασιλιά Έρωτα την κρίση του (κατά το πρότυπο της κρίσης του Πάρη). Ας αφουγκραστούμε την "πολιτική" - Νέα Ελληνική, που σπαρταράει μέσα στον δεκαπεντασύλλαβο... 


«Επεθυμείς», αντέφησεν «Έρων μου, του να μάθης 
το ποιάν εδώκα το βεργίν, και τα τερπνά της κάλλη,
και τα λοιπά χαρίσματα, τάχει παρά τας άλλας;
Εκ της σελήνης έπεσεν εκείνη τας αγκάλας,
και το λαμπρόν της μερτικόν απέσπασε και απήρεν·
την συγκοπήν και σύνθεσιν, τα του κορμιού της μέλη,
αύτη η βασιλεία σου εκαλοδώρησέν τα,
και καθεδρίαν έποικεν ολοσωματωμένην
επάνω να καθέζεται εις κενοδόξισμά σου·
του κάλλους μέσον έπλασες και σωματούργησές την·
υπέρ ανθρώπων έδωκες πάσαν κοπήν και θέσιν·
έχει μαλλιά χρυσαφωτά, ίσα της ηλικιάς της·
ως χόρτον εις παράδεισον, ως σέλινα εις κήπον,
ούτως είχε το δάσωμα των ομαλλιών η κόρη,
να είπες ότι Χάριτες εισίν όλαι του κόσμου
επάνω της εκάθισαν και θήκασιν κατούναν.
Οι μήνιγγές της εκ παντός χωρίς αμφιβολίας,
έδουν το αποτύπωμα το σον χρυσοποικίλον·
να ρίψη τις το βλέμμα  του να είδεν οφθαλμούς της,
πάραυτα την καρδίαν του σύρριζαν ν’  ανασπάσουν,
εις τον βυθόν της λίμνης σου απέσω κολυβούσι,
μικρά μικρά Ερωτόπουλα δοξεύουν, μέσα παίζουν·
Οφρύδια κατάμαυρα εφύσησεν η τέχνη,
γιοφύρια κατεσκεύασεν από πολλής σοφίας·
οι Χάριτες εχάλκευσαν την μύτην της ωραίας,
στόμα Χαρίτων, Χάριτος δόντια μαργαριτάρια·
μάγουλα ροδοκόκκινα, αυτόβαπτα τα χείλη,
εμύριζε το στόμαν της χωρίς αμφιβολίας·
στρογγυλομορφοπήγουνος, υπερανασταλμένη·
λευκοβραχίων, τρυφερά, τράχηλος τουρνεμμένος,
η μέση της ολόλιγνη μετά μεγάλης τέχνης,
απλώς ως λεπτοκάλαμον εκατασκεύασέν την,
το κλίμα του τραχήλου της και το υπολόγισμά της·
σώμα και γαρ εξαίρετον εκ της συνθέσεώς της,
να είπες ότι Χάριτες εξέρχονται απ’  αύτην·
ως τροχός ετροχάλευσε την βρύσιν ο τεχνίτης.
Το στήθος της παράδεισος ερωτικός υπάρχει,
τα μήλα της εφέγγασιν από ψιλής θεωρίας,
το βλέμμα πάνυ θαυμαστόν, και η πορπατηξιά της,
όταν γυρίση απόκοτα και ίδη  επάνω κάτω,
θερίζει σου την αίσθησιν, κόπτει σου και την φρόναν,
και σεαυτόν, ω βασιλεύ, καν τολμηρός μου ο λόγος,

αν σε σκιάση πούπετις, σύμπτερος να κατέβης».

Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, εκδόσεις Στοχαστή (1925)

14.8.17

Κωστή Παλαμά, Κακή φωτιά



Κακή φωτιά

Εγώ είμ' εδώ ανυπόταχτος και παραστρατισμένος,
εγώ δαγκώνω με θυμό της φτώχειας το ψωμί,
νόθος της τέχνης είμ' εγώ και της ιδέας διωγμένος
από μιαν έγνοια ο νους θολός, δαρμένο το κορμί.

Ο λύχνος μου στης ιερής μελέτης το τραπέζι
σαν ένα νεκροκάντηλο στα μάτια μου αχνοπαίζει
όλα πολέμια κρύα βιβλία, κοντύλια και χαρτιά.
Με καίει κακιά φωτιά.

Εμέ η ζωή μου πλάνεμα και η γέννησή μου λάθος
το λόγο δεν ορέγομαι, δεν ξέρω το ρυθμό
σέρνουν εμένα δυό άλογα, τ' αράπικο το πάθος
και τ΄ αφροστάλαχτο όνειρο μπορεί και στο γκρεμό.


Δάνειο από ΕΔΩ
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...