10.10.17

Παντελής Μπουκάλας, Ζουμ-

ΖΟΥΜ –



Από της θάλασσας τον κόρφο

κόκκινη ανατέλλει η σελήνη,

δρεπάνι ακονισμένο απ’ τη λαχτάρα σου,

και με θερίζει.

Τα σώματα

στη γλώσσα λύνονται

του πόθου

στη γλώσσα δένονται

του πόνου,

πυκνώνουν στο βαθύ φιλί

σχεδόν αποσαρκώνονται,

ακίνητος επιταχύνεται ακάθεκτος ο χρόνος



Κι ας άμμος,

οριστική η αγάπη γράφεται

ότι τη γράφει ένα δρεπάνι έμπυρο

εκεί ακριβώς όπου η θάλασσα ουρανίζεται

(ΡΗΜΑΤΑ, 2009)

από την ανθολόγηση του Θανάση Χατζόπουλου στο περιοδικό Αναγνώστης

Λευτέρης Πούλιος , Η χυδαιότητα των ωρών



Η ΧΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΩΡΩΝ



Αυτή η ώρα είναι δική μου.


Ώρα εμποδισμένων επιθυμιών κι έντονης μοναξιάς.


Να βλαστημήσεις ή να προσευχηθείς;


Ίσως η ώρα να πεις μια λέξη


που τη ζητάει ακόμα ο ουρανός.


Μια περιδιάβαση το πρωί στ’ ακρογιάλι


μια χειρονομία το βράδυ σ’ έναν ώριμο κήπο


που ο θάνατος είναι το λουλούδι.


(ΤΑ ΕΠΟΥΣΙΩΔΗ, 1988)


Από την ανθολόγηση του Θανάση Χατζόπουλου στο περιοδικό Αναγνώστης

4.10.17

Ορνιθοκαμπος

Δεν θα παρηγορήσω κανένα φθινόπωρο
Ειχα μαι μανα που έγινα
Έγινα μαι χαρα που έχασα
Και το γινωμένο δεν είναι μόνο ένα καλοκαίρι
Είναι και το σαλιγκάρι που ξεπόρτισε
Στο  αειθαλές κενό
Να αργόγλιστησει
Μεχρι του απηγανου το ανάγνωσμα
Άλλωστε εν καιρω λιμών
Τα δάκρυα λένε είναι αγίασμα
Το ξέρουν κι οι άπιστοι κι οι πιστοί
στα δάκρυα η σωρός  της ξηρασίας  γίνεται
Μπορεί  και γλυπτό

Ερωδιε μου εσυ
Χειμωνοβουτηχταρι
Χουλιαρομύτα
Βουρλισου
Εκκλησίασμα  από μικρές χαραμάδες
Έχει μόνο εδώ αυτός ο καιρός
Φύγε
Βούτα
Ζευγάρωσε
Χόρεψε
Χήρεψε

Κι ο πρόσφυγας μπορεί να σωθεί
Κι ο γέρος να έχει χάδι
Και ενα κοπρόσκυλο με τιμές να θαφτεί
Και ο ληστής να πληρώσει
-Ένα μέρος έστω του τιμήματος -
Τιποτα απίθανο τον καιρό τούτο

Αγριόχορτα και σαυρακια θεριεύουν
Όμορφα
Στα αρχαία καλντερίμια
Κι ο χρόνος τους παραμυθία δεν έχει
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

27.9.17

Βέλθανδρος και Χρυσάντζα: Η ξένωσις


ένα απόσπασμα από το μεσαιωνικό μυθιστόρημα Βέλθανδρος και Χρυσάντζα.. 

Στις απαρχές της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, το κείμενο δονείται από το ρυθμό του δεκαπεντασύλλαβου.
Κάτω και πίσω από την ευπρεπή και άκαμπτη "αττικίζουσα", αναπνέει η γλώσσα του δημοτικού τραγουδιού, η αρχαία αυτή Νέα Γλώσσα, η "πολιτική", 
 που ήδη μιλιέται, κατά τη δική μου τουλάχιστον υπόθεση εργασίας, τουλάχιστον τρεις - τέσσερις  αιώνες πριν γίνει αφήγημα  η  ερωτική τούτη ιστορία "Βελθάνδρου και  Χρυσάντζας"...
Εδώ ένα απόσπασμα: 
ο Βέλθανδρος έχει αποφασίσει να "ξενωθεί" , χολωμένος από την αδιαφορία του πατέρα του προς αυτόν. 
Οι ακόλουθοι του πατέρα - βασιλιά προσπαθούν να τον μεταπείσουν, έχοντας εκ των προτέρων τη διαταγή να τον φέρουν πίσω στο παλάτι διά της βίας. 
Ο Βέλθανδρος  αποδεικνύει εν τοις πράγμασι την ενηλικίωσή του: κατατροπώνει τους ακόλουθους του βασιλιά και λίγο μετά, αφού έχει βιώσει την μοναξιά της ξένωσής του, για δεύτερη φορά χειραφετείται  στην ελευθερία του ενήλικα, αντιμετωπίζοντας με γενναιότητα μια επίθεση ληστών
Να επισημάνω το εξής ενδιαφέρον:  η διεκδίκηση της ελευθερίας του Βέλθανδρου από τον πατρικό "ζυγό", συνεπάγεται την "ξένωσιν" και την "δούλωσιν" σε κάποιον άλλο αυθέντη. Κι ο ήρωας πρέπει να αντιμετωπίσει αυτή τη δοκιμασία: να ξεπεράσει το φόβο και να αναμετρηθεί με το άγνωστο. Πρόκειται για ένα πρότυπο ανδρείας που σχετίζεται με την κατάκτηση της εσωτερικής ελευθερίας και βεβαίως σχετίζεται με το ιδεώδες της γενναιότητας που έχει ανάγκη η εποχή: Ο Βέλθανδρος δεν θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Την ιεραρχία της φεουδαρχικής  κοινωνίας την αποδέχεται ως έχει. Δεν είναι ακρίτας πολεμιστής που προστατεύει από τον εκβαρβαρισμό. Δεν υπερασπίζεται κανένα ιδανικό παρά μόνο το δικαίωμά του στη χαρά της ζωής...  Ιδεώδες η ατομική ανδρεία..Με όλες τις αντινομίες της...
Ας το διαβάσουμε έτσι το παραμύθι! 

«Βέλθανδρε, στέμματος παιδί, και σκήπτρου κληρονόμε,
το είς εσέν εσέβασεν ο πονηρός σου δαίμων,
ημείς παρακαλούμεν σε διά να το καταλείψεις,
και να προκρίνεις το καλό και κείνο να ποιήσεις·
πρόσεξε δε, ανιστόρησε και λάβε κατά νου σου,
εάν εις αίμα εθνικόν υπάγεις και αποσώσεις,
και ποίσεις τας δουλείας του και από ταύτα εύρεις
πληρώματα των δεουσών, τιμάς, δόξας και πλούτη·
μη γουν άλλο προτιμηθείς, την δούλωσιν προκρίνου,
επεί δε συ ελεύθερος, αδούλωτος υπάρχεις,
μάλλον και άνακτος παιδί και βασιλέως τέκνον,
και χρη να σε δουλεύουσιν, ουχί του να δουλεύσεις,
ουκ οίδα τι σοι λογισμοί και τι σοι επινοίαις,
έα λοιπόν τα περιττά, και δεύτε ας στραφώμεν».
Ακούων ταύτα Βέλθανδρος ούτως απηλογήθην·
«Προς τας πικρίας τας πολλάς, ας έχω εκ του πατρός μου,
η ξενιτεία μου δ’ αυτή τας πάσας απαλείψει».
Πάλιν απηλογήθην τον εκείνος λέγων ούτως·
«Ημάς δέξου εγγυητάς θλίψη ποτέ μη εύρεις,
αλλ’ ουδέ θλιβερόν ποτέ από του νυν να πάθεις,
αλλά με τον πατέρα σου να ποίσομεν να σ’ έχει
ώσπερ ηγαπημένον του και γνήσιον τεκνίον·
ημείς και τι το κρύβομεν και ουδέν σε το λαλούμεν;
τούτο πληροφορήθητι και λάβε κατά νου σου,
ει μεν και με το θέλημα και την προαίρεσίν σου
θέλεις γυρίσειν και στραφήν, παυόμεθα του λέγειν,
ειδ’ ίσως οπισωπατείς, ου θέλεις ν’ακλουθήσεις,
επαίρνομέν σε πεταστόν, γοργογυρίζομέν σε,
και ο πατήρ σου ο βασιλεύς τούτο και γαρ μας είπεν».
Γοργόν απηλογήσατο ο Βέλθανδρος εκείνους·
«Άρχοντες, τούτο γνώσατε πάντες, πιστεύσατέ μοι,
ότι οι συγγενίδες μου, γυναίκες ιδικές σας,
ότι τιμήν ηλπίζασιν ίν’ εύρουν απ’ εμένα·
βούλεσθε χήρες σήμερον όλες να τες ποιήσω;».
Ως είδασιν αγύριστον παντελώς τον σκοπόν του,
οι στρατιώται πάραυτα ώρμησαν να τον πιάσουν,
και σύντομα ο Βέλθανδρος σύρει το απελατίκι,
και εις το μέγα το άπειρον εφόνευσε τους δέκα·
εφώναξε και λέγει τους· «Πταίστης εγώ ουκ είμαι,
υμείς μεν εποιήσατε το φονικόν ετούτο,
αμμή εγώ, ει ήθελον, απέφευγά σας τώρα·
είπατε τον πατέρα μου όσα έπαθεν ο χορός των αρχόντων·
και ιδού αποχαιρετώ υμάς και εύξασθέ μοι,
και της ξενώσεως την οδόν ιδού να υπαγαίνω».


Και το λοιπόν εβάδισεν της ξενιτιάς τον δρόμον,
χώρας πολλάς εγύρισε και τοπαρχιάς και κάστρα·
τόπος αυτόν ουκ ήρεσεν το να προσκαρτερήσει·
τα μέρη της Ανατολής γυρεύει και Τουρκίας,
εγύρισεν, εδίωξε τους τόπους και τα κάστρα.
Εις κάμπον κλεισουρότοπον, εις διάβαν τουρκοβούνου,
λησταί το εδιαυθέντευαν μετά μεγάλης τόλμης,
και ως τον είδαν οι λησταί, εκατεσκόπησάν τον
αρματωμένον, εύμορφον και λαμπροφορεμένον,
και με τα τριά παιδόπουλα μόνα κατόπισθέν του·
είπαν· «Ας τον αφήσωμεν να έμπει εις την κλεισούρα,
και αφ’ ου δ’ εμπεί και χωρεθεί απέσω εις την κλεισούρα,
χειροπιαστός εις χείρας μας να πέσει, ως ου θέλει».
  Αφήκαν τον, εσέβηκεν, ήλθε, προσεχωρήθη·
και όταν μικρόν εσέβηκεν, ευθύς κατάπεσάν τον,
και εις το μέγα, το άπειρον εκείνο το φουσάτον
απελατίκιν έσυρεν, τούτο ου ψεύδομαί το,

και εις το υποβρύχιον γεγόνασιν οι πάντες.

26.9.17

Για τα βυθισμένα

Ένα ναυάγιο
που περιμένει να το ανασύρεις
είναι το ποιημα
γεμάτο
λάφυρα πειρατών χρυσά
φιλιά πετρωμένα

Είναι  ίσως που πνίγεται η ζωή

γι' αυτό
άγαλμα  νεογνό
οξειδωμένο κι
άπνοο
το ποιημα

αν μιληθεί
αναστήθηκα
Γεωργία Δεληγιαννοπουλου

15.9.17

θεωρία και πράξη

Αίμα τα λόγια 
Πώς να σβηστούν 
Κι οι χειρονομίες αφήνουν ουλές 
Τρίμματα γομολάστιχας κι ας γίνουν τα καθέκαστα 
Η Αλκυόνα πέθανε η Αλκυόνα πάει 
Το πεινασμένο  σκότος που μας κυνηγά δε θα λουφάξει 
Οσφραίνεται θυμό και μίση 
Χαίνουσες πληγές  
Δεν μας αγκάλιασε ο καιρός ποιος ξέρει
Η εμείς  δεν του ανοίξαμε αγκαλιά 
Η Αλκυόνα πέθανε η Αλκυόνα πάει 
Με τα δικά μας χέρια εννοώ όχι των άλλων 

Μονιάζουμε, αγάπη μου, μόνοι εντέλει 
Σε ασυγχώρητο λυκόφως 
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου

12.9.17

Οι κατά Φ. Νίτσε τρεις μεταμορφώσεις του Πνεύματος

Θα σας μιλήσω για τις τρεις μεταμορφώσεις του Πνεύματος.

- Πως το πνεύμα γίνεται καμήλα, και λιοντάρι η καμήλα, και παιδί, και τελικά το λιοντάρι.

Πολύ φορτίο σηκώνει το πνεύμα, το δυνατό, το υπομονετικό πνεύμα ,που το κατοικεί ο σεβασμός.

Το βαρύ, το πιο βαρύ φορτίο απαιτεί η δύναμη του.

Τι είναι πιο βαρύ;

Έτσι ρωτά το υπομονετικό πνεύμα, έτσι γονατίζει, της καμήλας όμοιο και θέλει να φορτωθεί καλά.

Τι είναι το πιο βαρύ, ώ ήρωες;

Έτσι ρωτά το υπομονετικό πνεύμα,- να το πάρω μαζί μου και να χαρεί η δύναμη μου.

-Μέσα στην ερημικότερη έρημο συμβαίνει η δεύτερη μεταμόρφωση.

Το πνεύμα γίνεται λιοντάρι εδώ.

Θέλει να κατακτήσει την ελευθέρια του και να γίνει κύριος στην δική του έρημο..

Εδώ ζητά τον τελευταίο του κύριο.

Θέλει να γίνει εχθρός του κι εχθρός του τελευταίου Θεού του, και θέλει να διεκδικήσει την νίκη του από τον δράκο.

Ποιος είναι ο πιο μεγάλος δράκος, που το πνεύμα δεν θέλει να τον ονομάζει κύριο του και θεό του.

«Οφείλεις» λέγεται ο μεγάλος δράκος.

Μα το πνεύμα του λιονταριού λέει… ‘θέλω’.

- Μα πείτε μου αδελφοί μου, τι μπορεί να κάνει ακόμα το παιδί, που ούτε και το λιοντάρι ακόμα δεν μπορεί να κάνει;

Για ποιον λόγο το αρπακτικό λιοντάρι πρέπει να γίνει και παιδί ακόμα;

Το παιδί ‘ναι αθωότητα και ξεχασιά, ένα ξαναρχίνισμα, ένα παιγνίδι, μια ρόδα που γυρίζει, μια πρώτη κίνηση, μια Άγια Κατάφαση.

Ναι, στο παιγνίδι της δημιουργίας, αδελφοί μου, χρειάζεται μια Άγια κατάφαση.

Την δική του θέληση θέλει τώρα το πνεύμα.

Τον δικό του κόσμο κερδίζει αυτός που τον κόσμο έχασε.

Σας μίλησα για τις τρεις μεταμορφώσεις του Πνεύματος.

Πως το πνεύμα έγινε καμήλα και σε λιοντάρι η καμήλα και σε παιδί στο τέλος λιοντάρι.

Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα.


από το "Τάδε έφη Ζαρατούστρα"
μετάφραση: Άρης Δικταίος
εκδόσεις Δωδώνη

5.9.17

Ο ΔΙΕΝΗΣ: έτερα κυπριακή παραλλαγή

Ο ΔΙΕΝΗΣ
Πάνω 'ς βουνίν, κατώ 'ς βουνίν, κάτω δευτερογούνιν,
τζει πάνω ήτουν άρκοντες τραπεζοκαθισμένοι.
Χάροντας μαύρα φόρησεν, μαύρα καβαλλιτζεύκει,
μαύρον σπαθίν εζώστηκεν, στους άρκοντες τζιαί πάει.
Από τον δουν οι άρκοντες επροσηκώθηκάν του·
- Καλώς ήρτεν ο Χάροντας να φα' να πκη μιτά μας,
να φάη άγρη του λαού, να φα' οφτόν περτίτζιν,
να πκη γλυκόποτο κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι.
Τζιαί πολοάτ' ο Χάροντας τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
- Έν ήρτα γιώ ο Χάροντας να φα', να πκιώ μιτά σας,
να φάω άγρη του λαού, να φα' οφτόν περτίτζιν,
να πκιώ γλυκόποτον κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
παρά 'ρτα γιώ ο Χάροντας τον κάλλιον σας να πάρω.
Τζιαί πολοούντ' οι άρκοντες του Χάροντα τζιαί λέουν·
- Παρακαλούμεν Χάροντα πκοιός ένι ο καλός μας;
Τζιαί πολοάτ' ο Χόροντας τους άρκοντες τζιαί λέει:
- 'Εναν κοντόν κοντούλλικον τζιαί χαμηλοβρακάτον,
κάτω η σέλλα χώννει τον, πάνω ξηκουρτουλλά τον,
ένι τζ' αναρκοδόντικον τζιαί μαυρομουστακάτον.
Απού τ' ακούει Διενής επροσηκώθηκέν του.
- Ά! Θκεός σ' αφίννω Χάροντα, να πάμε στην παλλιώστραν,
αν με νιτζιήσης, Χάροντα να πάρεις την ψυσιήν μου.
Σιερκές-σιερκές επκιάσασιν τζιαί πάσιν στην παλλιώστραν.
Τζιαί τζείνοι επαλλιώννασιν τρία ημερονύχτιά.
Τζεί πο' πκιάννεν ο Διενής τα κόκκαλα ελιούσαν,
τζεί πο' πκιάννεν ο Χάροντας τα γαίματα πιτούσαν.
Τζεί πο' νωσεν ο Χάροντας ο Διενής νικά τον,
επολοήθην τζιαί λαλεί τζιαί λέει τζιαί λαλεί του·
-Τζιαί χάμνα-χάμνα, Διενή, για να ξαναπκιαστούμεν.
Γρουσός ατός εγίνητζεν στους ουρανούς εξέην.
- Δοξάζω σε καλέ Θεέ, που 'σαι στα ψιλωμένα,
την δύναμιν που έδωκες τζ' ενίτζησέν μ' εμέναν.
Γρουσός ατός εγίνητζεν πάνω στην τζεφαλήν του,
τζ' έσγαφφεν με τα νύσια του να βκάλη την ψυσιήν του.
Τζιαί πολοάται ο Διενής του Χάροντα τζιαί λέει:
- Κατέβα που την τζεφαλήν τζιαί πκιάσ' με που το σσέριν
τζιαί δείξε μου την τέντα σου να πά' να μπούμεν μέσα.
Τζιαί πολοάται ο Χάροντας του Διενή τζιαί λέει:
- Όταν την δης την τέντα μου να κουτσαροθυμήσης,
αππέξω τέντα πράσινη, αππέσσω τέντα μαύρη,
τζι' αππέσσω τα τεντόξυλα ένι ματζελλωμένα.
Ο Διενής ψυχομασσιεί τζιαί τρέμει το παλάτιν,
χαρκωματένον πάπλωμαν τζιαί προύντζενον κρεβάττιν.
Αππεξωθκιόν εστέκασιν τρακόσσιοι δκυό νομάτοι,
τζι' ακόμα εφοούντον τον, να παν' να μπούσιν έσσω.
Ένας που τους παρκατώττερους, τέλεια που τους παρκάτους,
άνοιξεν τζ' ενέηκεν τζ' έκατσεν κοντά του.
Τζι' επολοήθην ο Διενής τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
- Καλώς ήρταν οι φίλοι μας να φαν' να πκιούν μιτά μου
να φάσιν άγρη του λαού, να φαν' οφτόν περτίτζιν,
να πκιούν γλυκόποτον κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
τζ' απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι.
Τζιαί πολοούντ' οι φίλοι του τζιαί λέουν τζιαί λαλούν του:
- Εν ήρτασιν οι φίλοι σου να φαν' να πκιούν μιτά σου,
να φάσιν άγρη του λαού, να φαν' οφτόν περτίτζιν,
να πκιούν γλυκόποτον κρασίν, που πίννουν φουμισμένοι,
απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
τζ' απού το πίννουν άρρωστοι τζιαί βρέθουνται γιαμένοι,
παρά 'ρταμεν οι φίλοι σου να πης τες αντρεικές σου,
αν ίχως τζιαί πεθάνης, νά έχουμεν τες ξηές σου.
Τζι' επολοήθ' ο Διενής τζιαί λέει τζιαί λαλεί τους:
-Κάτσετε τρώτε άρκοντες τζ' εγιώ να εξηούμαι·
Κάτω στο όρος των ορών, τον αρκοκαλαμιώναν,
φίδιν εφανερώθηκεν που μέσ' τον καλαμιώναν,
έγυρεν τζ' εσσαΐττεψεν δεκαοχτώ καμάρες,
έδειξεν τζι' εφανέρωσεν τριάντα τζεφαλάδες·
τζείνον εγιώ το έκαμα αφέλλια στο τηάνιν.
Εφτά βουρκούδκια γέμωσα ούλλον μούττες τζιαί γλώσσες,
οι μούττες εν τους δράκοντες, οι γλώσσες εν τους λιόντες.
Άησ' το που διψώ εγιώ, εδίψασεν τζ' ο μάυρος,
εις τον Αβρίτην ποταμόν Σαρατζηνός ηστέκει.
Στέκουμαι, συλλοΐζουμαι πώς να τον σσαιρετήσω·
εάν του πω, Σαρατζηνέ, εν αντροπή δική μου,
εάν του πω αφέντη μου, εν αντροπή δική του·
άτ' ας τον σσαιρετήσουμε σγιόν πρέπει, σγοιόν τερκάζει.
Γειά σου, γειά σου Σαρατζηνέ, φως τους αντρεικωμένους.
- Καλώς, ήρτεν ο Διενής, το γέλιος τους αθθρώπους.
Ο Διενής καλολοά, τζείνος ξυλιές τον λάμνει.
Τζεί 'πο 'νωσεν ο Διενής, κάτι πικρά θυμώθην.
Τζιαί σούζει το μανίτζιν τζιαί ππέφτει το ραβτάτζιν,
τρεις πιθαμάες σίερον ξύλον όσον εκράτει,
μιάν ττόππουζιά του έδωκεν τζεί πάνω πον' οι νώμοι,
τζ' εξέηκεν η ττοππουζιά, εξηνταπέντε μίλια.
Τρώαν τζ' επίνναν άρκοντες τζ' εππέσαν τα ποτήρκα.
Πολοηθήκαν άρκοντες τζιαί τζα χαμαί που ήταν:
Κάπου στραφτεί, καπού βροντά, κάπου χαλάζι ρίβκει,
κάπου ο Θεός εθέλησεν τον κόσμον να χαλάση.
Επολοήθην ο Θεός που τζεί χαμαί που ήταν.
Μήτε στραφτεί, μήτε βροντά, μήτε χαλάζι ρίβκει,
μίτε Θεός εθέλησεν τον κόσμον να χαλάση·
εν' ττοππουτζιά του Διενή τζι' εξέην τόσον κόσμον.
Τζιαί πολοΰνται άρκοντες που τζει χαμαί που ήταν:
Χαράς τον που την έδωκεν, αλλί τον που την έφαν.
Τζι' ο λόος εν επόσωσεν, μήτε η ομιλία
τζιαί νάσου τον Σαρατζινόν του κάμπου τζι' αναιφαίνει.
Τζει πάνω πον' οι νώμοι του νερόμυλοι γυρίζαν,
πάνω στην τζεφαλλούλαν του περτίτζια κακκαρίζαν
πάνω εις τες μασκάλες του σσύλλοι λαόν βουρούσαν,
πάνω εις τες ραχούλλες του ζευκάρκα αλωνεύκαν
τζεί μέσα στα ρουθούνια του, ζευκάρκα ξησταυλίζαν.


Εν Άγιω Θεόδωρω (Καρπασίας) 1 Αυγ. 1918
Αγαθάγγελος Χ'' Γεώρκι, ετών 45, γεωργός, αγράμματος
Από το βιβλίο που Ξενοφών Π. Φαρμακίδη «Κύπρια Έπη» εν Λευκωσία, 1926
Μεταφέρθηκε για πρώτη φορά στο διαδύκτιο από NOCTOC, 5.09. 2017

ευχαριστώ το ιστολόγιο  NOCTOC για το δάνειο!



31.8.17

Μια μέρα που δεν προσμετρήθηκε

Ρυτίδωσε ερημιά  λίγο ρυτίδωσε
Να που ήρθε και φύσηξε επιτελους 
ρυτίδωσε
Γιατί τόσο αναίμακτη παραμένεις;

Δεν είσαι άμμος ραβδωτή 
Άνθος της ερήμου δεν
Είσαι ενα βήμα που δεν έγινε 
Μια μέρα που δεν προσμετρήθηκε στο χρόνο  είσαι

Πώς μπορείς  πες μου κι είσαι πάντα νέα;
Πώς πάντα έτσι αβάσταχτα  όμορφη;
Υποκλίνομαι στη νιότη σου ερημιά
Μα ο κόσμος γερνάει
Τον βλέπω στα πεζοδρόμια να με προσπερνά  
Προσωρινός  και κοτσονάτος
Με χαρτοφύλακες με τσάντες με δύσπνοια με ιδρώτα
Δοσμένος χωρίς όρους στο καθήκον μιας φυγής 
(Κι αυτο το λέμε επιστροφή 
Για να μαλακώνει λίγο το βαθύ κάψιμο στο στήθος)
Κι ο καθείς  φυτεύει πού και πού κι ένα λουλουδάκι μέσα στην ανάσα σου
Για να κοσμεί το άκοσμό σου  σώμα
Το μαρμαρένια σου στήθος τις ψυχρές λαγόνες 
Το χάδι αυτό του παγετού

Ρυτίδωσε ερημιά λοιπόν ρυτίδωσε
Να που ήρθε και φύσηξε επιτέλους 
Ζούμε μαζί
Ρυτίδωσε
Γεωργία Δεληγιαννοπούλου
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...