21.11.17

Το τραγούδι της Μαργαρίτας, από τον Φάουστ του Γκαίτε

ή ένας ύμνος στην άνευ ορίων και όρων αγάπη
το μοναδικό όπλο εξανθρωπισμού
(με τη συνέργεια, βεβαίως, του Σκότους)
... 
Γ.Δ.
Μαργαρίτα
(μονάχη στο ροδάνι της)

Η ησυχία μου πάει
βαριά μου είναι η καρδιά
δεν την ξαναβρίσκω
ποτέ, ποτέ μου πια.

Σαν δεν είναι μαζί μου
χάρος είν’  η ζωή μου,
όλη γύρω  η πλάση
σαν να μου ΄χει χολιάσει.

Η ησυχία μου πάει
βαριά μου είναι η καρδιά
δεν την ξαναβρίσκω
ποτέ, ποτέ μου πια.

Αυτόν στο παραθύρι
να βγω μονάχα βγαίνω,
έξω στο δρόμο μόνο
γι’  αυτόν πηγαίνω.

Το αγέρωχό του βήμα
το ευγενικό κορμί
και το χαμόγελό του
και της ματιάς η ορμή.

Κι η μαγεμένη βρύση
που τρέχει απ’  τη μιλιά του
κι όπως το χέρι σφίγγει
και, αχ, το φίλημά του.

Η ησυχία μου πάει
βαριά μου είναι η καρδιά
δεν την ξαναβρίσκω
ποτέ, ποτέ μου πια.

Το στήθος μου σε κείνον
να ορμήσει λαχταρά,
αχ, να μπορούσα πάντα
να τον κρατώ σφιχτά.

Και όσο, όσο θέλω
γλυκά να τον φιλώ,
και μέσα στα φιλιά του

να σβήσω, να χαθώ!
από τη μετάφραση του Κ. Χατζόπουλου
(εκδόσεις Γκοβόστης)

16.11.17

Γιώργης Γιατρομανωλάκης, από τα Εικοσιένα Χάικου

1.
Τὸ ἀχνὸ ροδάκινο
Χαμογελᾶ
Στο κόκκινο μῆλο.

(Οἱ ὡραῖες καὶ τρυφερὲς δὲν φοβοῦνται 
τὶς ἐκτυφλωτικὰ ὡραῖες.)

5.
Σὲ ὕπνο ποντικιῶν
Κοιμισμένος γάτος
Ὀνειρεύεται.

(Γιὰ ὅσους ἀγαποῦν ἀπελπισμένα
καὶ παράλογα.)

6.
Ἀσημένια πλάτη
Σκυφτὸς ἱππέας
Κολυμβᾶ πηδώντας.

(Γιὰ ὅσους γονατισμένοι ἱκετεύουν
τὸν ἔρωτα.)

7.
Ἔναστρος κόλπος
Αἰδοῖον φέγγος
Κοχυλάκι βουίζει.

(Γιὰ ὅσες κλείνουν τὴν πόρτα 
τοῦ μπάνιου, γιὰ να μὴν ἀκούγονται.)

14.
Βαμμένα νύχια κόκκινα
Στοῦ ὕπνου τὰ φύλλα
Ἀσπρίζουν.

(Γιὰ ὅσες κοιμοῦνται μὲ τὸ χεράκι 
ἀνάμεσα στὰ πόδια τους.)

18.
Γυμνὸ φουστάνι
Λόφους καὶ κόλπους
Πόδια χρυσᾶ στολίζει.

(Γιὰ ὅσες ντύνονται ὡραῖα, ἀμὲ ἡ ἀνώτερη
ὀμορφιά τους εἶναι ἡ γύμνια τους.)

ΕΙΚΟΣΙΕΝΑ ΧΑΪΚΟΥ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙΚΑ ΚΑΙ ΕΡΩΤΙΚΑ,
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΓΡΑ, 2014



15.11.17

Διονύσιος Σολωμός, Εἰς Φραγκίσκα Φράῖζερ

(θυγατέρα τοῦ Ἄγγλου διοικητῆ τοῦ νησιοῦ)
Μικρός προφήτης ἔριξε σὲ κορασιὰ τὰ μάτια
καὶ τοὺς κρυφούς του λογισμοὺς χαρὰ γιομάτος εἶπε:
"Κι ἄν γιὰ τὰ πόδια σου, καλή,  κι ἄν γιὰ τὴν κεφαλή σου
κρίνους ο λίθος ἔβγανε, χρυσό στεφάν' ὁ ἥλιος,
δῶρο δὲν ἔχουνε για Σὲ καὶ γιὰ τὸ μέσα πλοῦτος.
Ὄμορφος κόσμος ἠθικός, ἀγγελικὰ πλασμένος!"'
1849

Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Παράπονο

Πόσες φορές τὰ κύματα,
ποὺ ἐπέφταν ἀφρισμένα
στὸ ἔρμο τ' ἀκρογιάλι μου, 
τὰ ρώτησα γιὰ σένα!

Πόσες φορὲς τὸ δάκρυ μου
στὴν ἄβυσσο ἔχει στάξει,
καὶ πόσο ἐπαρακάλεσα
ναλθεῖ σ' ἐσὲ ν''ἀράξει!

Τοῦ κάκου! φεύγ' ἡ θάλασσα
καὶ πίσω της μ' ἀφήνει
ἀφροὺς καὶ λίγα φρύγανα
γιὰ μόνη ἐλεημοσύνη.

Κι ἐγὼ τυφλὸς ἐκοίταζα
τὸ κύμα  καὶ δὲν εἶδα
ὅτ' εἶνα' ἀφρὸς ἡ ἀγάπη μου 
καὶ φρύγανα ἡ ἐλπίδα.


από την Ανθολογία του Η. Ν. Αποστολίδη

13.11.17

Αννα Αχματοβα, Στο θάνατο

Στο θάνατο 
--
Έτσι κι αλλιώς θα ρθείς. Εμπρός λοιπόν.
Σε περιμένω – δεν αντέχω.
Χαμήλωσα το φως, την πόρτα έχω ανοιχτή
Για σένα, τόσο απλόν, σα θαύμα.
Και πάρε για να ‘ρθεις όποια μορφής αγαπάς.
Με αέρια του θανάτου χτύπησέ με
Ή μ’ ένα σίδερο κλεφτά σαν έμπειρος ληστής,
Ή με του τύφου τους αχνούς φαρμάκωσέ με.
Ή έλα σαν παραμύθι, από σε γραμμένο,
Πού όλοι το ‘χουν μέχρι αηδίας χορτάσει,
Και που μιλάει για ένα κασκέτο γαλανό
Και για το θυρωρό που από το φόβο έχει χλωμιάσει.
Το ίδιο κάνει τώρα. Αφρίζει ο Γενισέι
Και τ’ άστρο του βορρά φεγγοβολά.
Και στη γαλάζια λάμψη των γλυκών ματιών
Ο ύστατος τρόμος ρίχνει σκοτεινιά.

Από το «Φως του προβολέα» της Άννα Αχμάτοβα, επιλογή-μετάφραση: Ασπασία Λαμπρινίδου, εκδόσεις Το Ροδακιό

12.11.17

συναντήσεις ακροβατών: από την Αγαθή Δημητρούκα στον Δημήτρη Αποστολάκη

δυο τραγούδια και δυο ποιητές που συναντώνται ακροβατώντας....

Ο ΑΚΡΟΒΑΤΗΣ
(στίχοι - μουσική: Δημήτρης Αποστολάκης)

Για ιδέστε όλοι τον ακροβάτη που τραμπαλίζεται
για ιδέστε όλοι τον ξενομπάτη πως δε ζαλίζεται
Για ιδέστε τον ακροβάτη που κι όταν πέφτει γελά
και ποτέ δε κλαίει, ποτέ δεν κλαίει

Για ιδέστε που χει το ερημοπούλι αίμα στο φτερό
πετά κι ας το βρε θανάτου βόλι, κόντρα στον καιρό
Με τον καιρό να ναι κόντρα, έχει τιμή σαν πετάς
να μένεις μόνος, να μένεις μόνος

Για ιδέστε όλοι δέστε και μένα άλλο δε ζητώ
που `χω στους ώμους φτερά σπασμένα και ακροβατώ
Γύρισε κάτω η μέρα κι ακόμη εσύ να φανείς
μην κλαις πουλί μου, μην κλαις πουλί μου

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΚΡΟΒΑΤΗ
(Μάνος  Χατζιδάκις - Αγαθή Δημητρούκα)

Κύριε, είναι ώρα
να βοηθήσεις μια ψυχή
δρόμο να βρει τώρα
η ζωή μου η ρηχή.

Δεν μπορώ να ζω αντίθετα
με Σένα, κι όπου σταθώ
μ’ άγνωστους ρυθμούς κι επίθετα
βοήθεια Σου ζητώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.

Κύριε, δώσ’ μου θάρρος
το σκοινί να μην κοπεί
θέλω να `μαι φάρος
που φωτίζει τη σιωπή.

Θέλω να πετάξω ελεύθερα
πιο πέρα κι απ’ το κενό
πράγματα μικρά και δεύτερα
δεν ξέρω ν’ αγαπώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.
Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω καινούργιο Θεό.

Δήμητρα Χριστοδούλου, Το πανηγύρι

Το πανηγύρι 

Με το κεφάλι μου βαρύ από φρόνηση,

Στόχους πετυχημένους, μπαγιάτικους

Και την ανάμνηση μιας μουσικής από κείνες

Που ενθουσιάζουνε σε γαλανές βραδιές

Έγειρα έξω απ’ το παράθυρό μου,

Να δω την πάνδημη κηδεία μου.


Πάγκοι απλωμένοι σ’ όλη τη λεωφόρο.

Ζαχαρωμένα φρούτα, λιβάνι,

Παιχνίδια πλαστικά και μικροτάματα.

Πίσω τους πωλητές χαμογελάνε

Σαν να ’χουν πόνο ξαφνικό στα πλευρά.

Με κάτι κέρματα ασήκωτα

Πασχίζουν οι αγοραστές να πληρώσουν.

Μικρά παιδιά τα κουβαλάνε ιδρωμένα,

Κι ο άγγελός μου τα χαρτζιλικώνει αδρά.


Τέλος, να ’μαι κι εγώ με τ’ αλογάκι μου!

Πώς μου πηγαίνει το αστρικό μου φόρεμα!

Ποτέ μου δεν υπήρξα ωραία κι όμως τώρα

Ένα φεγγάρι θα ήταν χλωμότερο.


Πλήθος θλιμμένοι πανηγυριστές

Ακολουθούν στον ρυθμό της μπάντας

Ως τη στιγμή που κλείνω το παράθυρο

Και μες στα ξέφτια του φωτός σκορπίζονται

Γλείφοντας καραμελωμένα μήλα.


Τώρα μπορώ να σκύψω στα χαρτιά μου,

Να γράψω στίχους σαν και τούτους: Μάταιους.
Παράκτιος  Οικισμός 
Εκδόσεις Μελάνι 

9.11.17

πνευστή φυγή.... από τον Σεφέρη στον Μπαχ....Bach "Little" Fugue in G Minor, BMV 578 - Saxophone Quartet



ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ, Φυγή



Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας.

H αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μας τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δε θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος.


Κι αν κρατηθήκαμε από λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ᾿ όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μέσα στη φυγή.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...